| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.699.383 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χωρητικότητα |
0,02 sec. |
|
|
χωρητικότητα capacity سعة kapacita kapacitet Kapazität capacidad kapasiteetti capacité kapacitet capacità 収容力 수용량 capaciteit kapasitet zdolność capacidade вместимость kapacitet ปริมาณสูงสุดที่รับได้ kapasite sức chứa 容量 капацитет 容量 קיבולת
ουσ θ χωρητικότητα [xoriti'kotita] ο διαθέσιμος χώρος contenance; capacité τσάντες μεγάλης χωρητικότητας des sacs de grande contenance Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|