| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.465.956 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χωρικός |
0,01 sec. |
|
χωρικός spatial, territorial, village, villager territorial, villageois ουσ α / θ χωρικός, χωρική [xori'kos, xori'ci] αγρότης villageois; villageoise; paysan; paysanne Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|