| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.442.780 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χωρισμός |
0,02 sec. |
|
χωρισμός separation, parting séparation انفصال, رحيل loučení, odloučení afsked, separation Abschied, Trennung despedida, separación erottaminen, lähtö odvajanje, rastanak separazione 分離, 別れ 분리, 출발 scheiding, scheidingslijn avskjed, separasjon rozdzielanie, rozdzielenie despedida, separação отделение, отъезд avsked, separation การแยกจากกัน, การจากกัน ayrılış, ayrılma sự chia cắt, sự chia tay 分别, 分离 ουσ α χωρισμός [xori'zmos] 1 το να χωρίζει κν séparation οδυνηρός χωρισμός une séparation douloureuse 2 το διαζύγιο séparationdivorce Ο χωρισμός ήταν αναπόφευκτος. La séparation était inévitable. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|