| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.360.966 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χώνω |
0,01 sec. |
|
χώνω bury, stuff, stick, tuck ρ μετβ χώνω ['xono] 1 βυθίζω enfoncerplonger μπήγω μαχαίρι enfoncer un couteau χώνω τη μύτη μου ανακατεύομαι σε ξένες υποθέσεις se mêler defourrer son nez (dans les affaires de qqn) ρ μεσοπαθ χώνομαι ['xonome] βυθίζομαι se blottir χώνομαι στην αγκαλιά κάποιου se blottir dans les bras de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|