Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.398.073 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ψάρεμα

0,02 sec.
ψάρεμα fishing, fish, angling pêche صيد السمك, صيد بالسِنَّارة rybaření, rybolov fiskeri, lystfiskeri Angeln, Fischen pesca, pesca con caña kalastus, onginta pecanje, ribolov pesca, pesca con lenza 漁業, 魚釣り 낚시질, 어업 hengelsport, vissen fiske, sportsfiske rybołówstwo, wędkarstwo pesca, pesca ao anzol рыболовство, ужение fiske, fritidsfiske การตกปลา balık avlamak, olta balıkçılığı nghề đánh cá, sự câu cá 垂钓, 捕鱼
ουσ ουδ ψάρεμα ['psarema]
το να ψαρεύει κν pêche


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.