| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.619.103 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ψαράς |
0,03 sec. |
|
ψαράς fisherman, angler pêcheur pescador سمك الشص, صياد السمك rybář fisker, lystfisker Angler, Fischer pescador kalastaja, onkija pecač, ribar pescatore, pescatore con lenza 漁師, 魚を釣る人 낚시꾼, 어부 visser fisker, sportsfisker rybak, wędkarz рыбак fiskare, fritidsfiskare ชาวประมง, นักตกปลา balıkçı, olta balıkçısı ngư dân, người câu cá 垂钓者, 渔民 ουσ α ψαράς [psa'ras] 2 έμπορος ψαριών poissonnier; poissonnière πλανόδιος ψαράς poissonier ambulant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|