Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.226.182 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ψαράς

0,09 sec.
ψαράς fisherman, angler pêcheur pescador سمك الشص, صياد السمك rybář fisker, lystfisker Angler, Fischer pescador kalastaja, onkija pecač, ribar pescatore, pescatore con lenza 漁師, 魚を釣る人 낚시꾼, 어부 visser fisker, sportsfisker rybak, wędkarz рыбак fiskare, fritidsfiskare ชาวประมง, นักตกปลา balıkçı, olta balıkçısı ngư dân, người câu cá 垂钓者, 渔民
ουσ α ψαράς [psa'ras]
1 το άτομο που ψαρεύει ή που πουλάει ψάρια pêcheur
το λιμάνι των ψαράδων le port de pêcheurs
2 έμπορος ψαριών poissonnier; poissonnière
πλανόδιος ψαράς poissonier ambulant


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.