| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.631.509 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ψεκάζω |
0,04 sec. |
|
ψεκάζω vaporiser spray يَنْثُر postříkat sprøjte sprühen pulverizar ruiskuttaa sprejati spruzzare 噴霧する 분무하다 spuiten spraye rozpryskać pulverizar распылять spreja พ่น püskürtmek phun bụi nước 喷雾 ρ μετβ ψεκάζω [pse'kazo] ραντίζω pulvériser Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|