| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.714.511 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ψεύτικος |
0,02 sec. |
|
|
ψεύτικος false, untrue, mock مُزَوَر falešný falsk unecht simulado vale- faux tobožnji finto まがいの 모조의 onecht uekte pozorny falso поддельный låtsad ที่จำลองขึ้น deneme sınavı giả 假的
επίθ α / θ / ουδ ψεύτικος, ψεύτικη, ψεύτικο ['pseftikos, 'pseftici, 'pseftiko] 4 τεχνητός artificiel/-elle ψεύτικα λουλούδια des fleurs artificielles Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|