Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.446.057 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ψηλός
(προωθήθηκε από ψηλή)

0,03 sec.
ψηλός high, lofty, tall grand, haut طويل القامة, عالي vysoký høj groß, hoch alto korkea, pitkä visok alto 高い 높은, 키가 큰 hoog, lang høy wysoki alto высокий hög, lång สูง uzun boylu, yüksek cao 高的
επίθ α / θ / ουδ ψηλός, ψηλή, ψηλό [psi'los, psi'li, psi'lo]
που έχει σημαντικό ύψος haut, hautegrand, grande
ψηλά τακούνια des hauts talons
ψηλό αγόρι un grand garçon
επίρρ ψηλά [psi'la]
1 σε ψηλό σημείο haut
κοιτάζω ψηλάαπό ψηλά regarder vers le haut/de haut
σηκώνω κτ ψηλά soulever qqch vers le haut
ψηλά τα χέρια haut les mains
2 σε ανώτερο επίπεδο haut
Ανέβηκε ψηλά στην ιεραρχία. Il est monté à un haut niveau hiérarchique.
στοχεύω ψηλά viser haut


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.