| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.715.121 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ψηλομύτης |
0,01 sec. |
|
|
ψηλομύτης مغرور domýšlivý storsnudet hochnäsig stuck-up creído koppava bêcheur uobražen pieno di sé 高慢ちきな 우쭐대는 verwaand overlegen zarozumiały convencido высокомерный snobbig เย่อหยิ่ง kibirli vênh vác 高傲的
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|