| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.196.930 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ψησταριά |
0,01 sec. |
|
ψησταριά barbecue barbecue ουσ θ ψησταριά [psistar'ja] 1 η σχάρα πάνω στην οποία ψήνουμε κρέας στα κάρβουνα grill 2 εστιατόριο όπου προσφέρονται κυρίως ψητά κρέατα rôtisserie Φάγαμε στην ψησταριά κοντά στη θάλασσα. Nous avons mangé à la rôtisserie au bord de la mer. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|