| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.704.289 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ψιλοπράγματα |
0,01 sec. |
|
ψιλοπράγματα ουσ ουδ πληθυντικός ψιλοπράγματα [psilo'praɣmata] 1 αντικείμενα μικρής αξίας bagatelle(s) 2 ασήμαντες υποθέσεις broutille(s); bagatelle(s) τσακώνομαι για ψιλοπράγματα se disputer pour une bagatelle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|