| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.727.084 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ψυχρός |
0,01 sec. |
|
|
ψυχρός cold, chill, cool, frigid, frosty, remote, unemotional froid 차가운
επίθ α / θ / ουδ ψυχρός, ψυχρή, ψυχρό [psi'xros, psi'xri, psi'xro] επίρρ ψυχρά [psi'xra] χωρίς ζεστασιά froidement μιλάω ψυχρά σε κπ parler froidement à qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|