| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.566.901 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ψύξη |
0,02 sec. |
|
ψύξη ουσ θ ψύξη ['psiksi] 1 η πολύ χαμηλή θερμοκρασία réfrigération σύστημα ψύξης un système de réfrigération 2 πόνος από κρύωμα σε μέρος του σώματος refroidissement παθαίνω ψύξη attraper un refroidissement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|