Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.047.383 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ωμός
(προωθήθηκε από ωμή)

0,01 sec.
ωμός roh raw, crude, uncooked cru خام syrový crudo raaka sirov crudo 生の 날것의 rauw surowy cru сырой ดิบ çiğ sống 未加工的
επίθ α / θ / ουδ ωμός, ωμή, ωμό [o'mos, o'mi, o'mo]
1 που δεν είναι μαγειρεμένος cru, crue
ωμό κρέας de la viande crue
2 σκληρός, αδυσώπητος cruel/-elleimplacable
ωμή βία une violence cruelle
3 στεγνός, χωρίς συναίσθημα cru, crueimplacable
ωμή απάντηση une réponse crue/implacable
ωμά [o'ma] crûment
απαντάω ωμά répondre crûment


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.