| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.047.383 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ωμός |
0,01 sec. |
|
ωμός roh raw, crude, uncooked cru خام syrový rå crudo raaka sirov crudo 生の 날것의 rauw rå surowy cru сырой rå ดิบ çiğ sống 未加工的 επίθ α / θ / ουδ ωμός, ωμή, ωμό [o'mos, o'mi, o'mo] 1 που δεν είναι μαγειρεμένος cru, crue ωμό κρέας de la viande crue 2 σκληρός, αδυσώπητος cruel/-elleimplacable 3 στεγνός, χωρίς συναίσθημα cru, crueimplacable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|