| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.653.506 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ωμοπλάτη |
0,02 sec. |
|
ωμοπλάτη scapula, shoulder blade omoplate schiena, scapola لَوْح الكَتِف lopatka skulderblad Schulterblatt omóplato lapaluu lopatica 肩甲骨 견갑골 schouderblad skulderblad łopatka omoplata лопатка skulderblad หัวไหล่ kürek kemiği xương vai 肩胛 ουσ θ ωμοπλάτη [omo'plati] τα τριγωνικά κόκαλα κάτω από τους ώμους omoplate Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|