| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.622.810 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ωραίος |
0,02 sec. |
|
ωραίος schön, hübsch beautiful, nice, pretty, fine, gorgeous bello, hermoso, bonito kaunis, sievä beau, joli ładny, piękny нарядный, хорошенький وَسيم hezký køn ljepušan carino きれいな 예쁜 knap pen bonito söt สวย hoş xinh 漂亮的 επίθ α / θ / ουδ ωραίος, ωραία, ωραίο [o'reos, o'rea, o'reo] επίρρ ωραία (très) bienparfaitement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|