| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.250.684 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ωφέλιμος |
0,01 sec. |
|
ωφέλιμος bénéfique, bienfaisant, favorable, profitable, salutaire beneficial επίθ α / θ / ουδ ωφέλιμος, ωφέλιμη, ωφέλιμο [o'felimos, o'felimi, o'felimo] χρήσιμος bénéfiquebon, bonne ωφέλιμη τροφή de la nourriture bénéfiquede la bonne nourriture Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Πλοηγός λέξεων: |
|---|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|