| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.661.384 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ωφελώ |
0,01 sec. |
|
ωφελώ benefit, avail bénéficier à, profiter à, bénéficier يَستفْيد přinést prospěch nyde godt af nützen beneficiar, beneficiarse hyötyä imati koristi trarre vantaggio 利益を得る 이익이 되다 profiteren gagne przynieść korzyść beneficiar приносить пользу gagna มีประโยชน์ต่อ yarar sağlamak được lợi 有益于 ρ μετβ ωφελώ [ofe'lo] ρ μεσοπαθ ωφελούμαι [οfe'lume] profiter detirer profit de Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Πλοηγός λέξεων: |
|---|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|