Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.726.661.384 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ωφελώ

0,01 sec.
ωφελώ benefit, avail bénéficier à, profiter à, bénéficier يَستفْيد přinést prospěch nyde godt af nützen beneficiar, beneficiarse hyötyä imati koristi trarre vantaggio 利益を得る 이익이 되다 profiteren gagne przynieść korzyść beneficiar приносить пользу gagna มีประโยชน์ต่อ yarar sağlamak được lợi 有益于
ρ μετβ ωφελώ [ofe'lo]
κάνω καλό faire du bienêtre bénéfique
Η ξεκούραση ωφελεί τον οργανισμό. Le repos fait du bien à l'organisme.
ρ απρόσ ωφελεί [ofe'li] είναι χρήσιμο servir
Δεν ωφελεί να κλαις! Cela ne sert à rien de pleurer !
Tι ωφελεί; À quoi bon ? £££
ρ μεσοπαθ ωφελούμαι [οfe'lume] profiter detirer profit de


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.