| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.741.241 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
όγκος |
0,01 sec. |
|
|
όγκος volume, growth, tumour, tumor Tumor, Volumen tumeur, volume مجلد, وَرَمْ nádor, objem mængde, svulst tumor, volumen kasvain, tilavuus tumor, zapremnina tumore, volume 容積, 腫瘍 용적, 종양 tumor, volume svulst, volum guz, objętość tumor, volume объем, опухоль tumör, volym เนื้องอก, ความจุ ปริมาตร hacim, ur khối u, thể tích 卷册, 肿瘤 обем
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|