Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.777.176 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

όμορφος
(προωθήθηκε από όμορφο)

0,02 sec.
όμορφος schön beautiful, pretty, handsome bello, bonito, precioso beau, joli lijep frumos جَميل krásný smuk kaunis meraviglioso 美しい 아름다운 mooi vakker piękny bonito красивый vacker สวยงาม güzel đẹp 美丽
επίθ α / θ / ουδ όμορφος, όμορφη, όμορφο ['omorfos, 'omorfi, 'omorfo]
ωραίος beau, belle
όμορφο πρόσωπο un beau visage
όμορφος χώρος un bel espace
επίρρ όμορφα ['omorfa]
1 ωραία (très) bienparfaitement
Eίναι όμορφα ντυμένος. Il est joliment habillé.
2 όπως πρέπει, σωστά gentiment
συμπεριφέρομαι όμορφα se comporter gentiment
Μίλα όμορφα! Parle gentiment !


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.