Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.993.368 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

όνομα

0,02 sec.
όνομα Name, Vorname nombre nimi nimi nom, prénom name naam nome اسم jméno navn ime nome 名前 이름 navn imię имя namn ชื่อ ad tên 名字
ουσ ουδ όνομα ['onoma]
1 ονομασία nom
το όνομα μιας πόλης le nom d'une ville
κύριο όνομα un nom propre
2 ονοματεπώνυμο ή μόνο το μικρό nom et prénom prénom
ΠοιοΠώς είναι το όνομά σου; Quel est ton nom ?£££
διαλέγω όνομα choisir un prénom
3 η φήμη renommée
έχω καλόκακό όνομα avoir bon/mauvais renom
4 για διάσημο άνθρωπο renommée
Είναι όνομα στον τομέα της. Elle est d'une grande renommée dans son domaine.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.