| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.101.549 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
όπως |
0,02 sec. |
|
όπως as, like, such جداً, كما jako, tak sådan, som als, so mientras, tal sellainen en tant que, tel budući da, tako come ・・・として, そんなに ...로서, 그렇게 als, zodanig slik, som jak, taki como, tão в качестве, тому подобный sådan, som ในฐานะ, อย่างมาก böylesine, kadar như, vô cùng 当做, 这样 επίρρ όπως ['opos] 3 δηλώνει δεδομένο, προϋπόθεση comme (κάνω κτ) όπως όπως πρόχειρα sans préparationà la va-vite Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|