| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.465.611 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
όργανο |
0,01 sec. |
|
όργανο орган instrument, organ, implement instrument, organe, orgue أداة, آلة الأرْغُن الموسيقية, عضو في الجسد nástroj, orgán, varhany instrument, organ, orgel Instrument, Organ, Orgel instrumento, órgano elin, urut, väline instrument, organ, orgulje organo, strumento オルガン, 器具, 臓器 기관, 도구, 오르간 instrument, orgaan, orgel instrument, organ, orgel narząd, organy, przyrząd instrumento, órgão инструмент, орган instrument, organ, orgel เครื่องดนตรี, หีบเพลง ออร์แกน, อวัยวะต่างๆ alet, org, organ cơ quan, đàn oóc, dụng cụ 仪器, 器官, 风琴 ουσ ουδ όργανο ['orɣano] 2 εργαλείο fraise; aiguiseur ιατρικό όργανο un instrument médical 3 μέσο για επίτευξη σκοπού instrument 4 αντικείμενο με το οποίο παίζουμε μουσική instrument μουσικό όργανο clavecin τα έγχορδατα πνευστάτα κρουστά όργανα les instrument à cordes/à vent/à percussions Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|