| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.168.353 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
όριο |
0,13 sec. |
|
όριο boundary, limit حد, قيد hranice, mez grænse Grenze límite raja, yläraja limite granica, ograničenje limite 境界, 限界 경계, 한계 grens, limiet grense granica limite граница, лимит gräns, gränslinje ขอบเขต, ขีดจำกัด sınır giới hạn, ranh giới 边界, 限度 ουσ ουδ όριο ['orio] 1 σύνορο frontière τα όρια μιας χώρας les frontières d'un pays 2 η ανώτερη και η κατώτερη επιτρεπτή τιμή limite; limitation το όριο ταχύτηταςηλικίας la limitation de vitesse/la limite d'âge Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|