Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.154.860 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

όριο ηλικίας

0,02 sec.
όριο ηλικίας سن مُحدَدّد
όριο ηλικίας věková hranice
όριο ηλικίας aldersgrænse
όριο ηλικίας Altersgrenze
όριο ηλικίας age limit
όριο ηλικίας límite de edad
όριο ηλικίας ikäraja
όριο ηλικίας limite d’âge
όριο ηλικίας ograničenje dobi
όριο ηλικίας limite di età
όριο ηλικίας 年齢制限
όριο ηλικίας 나이 제한
όριο ηλικίας leeftijdgrens
όριο ηλικίας aldersgrense
όριο ηλικίας limit wieku
όριο ηλικίας limite de idade
όριο ηλικίας возрастной ценз
όριο ηλικίας åldersgräns
όριο ηλικίας อายุขั้นต่ำ
όριο ηλικίας yaş sınırı
όριο ηλικίας giới hạn tuổi
όριο ηλικίας 年限


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.