| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.965.551 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
όρος |
0,03 sec. |
|
|
όρος term, mount, mountain, stipulation terme, montagne montaña, término гора, термин أَجَل název betegnelse Bezeichnung termi termin termine 用語 용어 term betegnelse zwrot termo villkor ระยะเวลาที่กำหนด terim thuật ngữ 条款
ουσ α όρος ['oros] 1 προϋπόθεση, συμφωνία terme; condition παραβιάζω τον νόμο violer la loi με τον όρο να sous condition de 2 διεκδίκηση, αντίσταση condition παραδίδομαι χωρίς όρους se rendre sans conditions 3 συνθήκες condition οι όροι εργασίας les conditions de travail Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|