| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.579.439 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ύπουλος |
0,01 sec. |
|
ύπουλος insidious, devious, furtive, sly, tricky مخادع obtížný vanskelig knifflig peliagudo hankala difficile nezgodan complesso 油断のならない 애매한 lastig vanskelig podstępny complicado хитрый knepig ยาก dolambaçlı khó khăn 棘手的 επίθ α / θ / ουδ ύπουλος, ύπουλη, ύπουλο ['ipulos, 'ipuli, 'ipulo] επίρρ ύπουλα ['ipula] sournoisementperfidement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|