| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.097.730 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ώρα |
0,03 sec. |
|
ώρα hodina Stunde, Uhr hour, o’clock, time, session hora tunti heure óra tími hora uur time godzina hora timme saat година ساعة time sat ora 一時間 시간 час ชั่วโมง giờ 小时 ουσ θ ώρα ['ora] 1 χρονική διάρκεια ίση με το 1/24 της ημέρας heure Τι ώρα είναι; Quelle heure est-il ? μισή ώρα une demi-heure είμαι στην ώρα μου être à l'heure 4 ειδική περίσταση cas για ώρα ανάγκης en cas de besoin σκοτώνω την ώρα μου χαζεύω tuer le temps βρήκες την ώρα να είναι η λάθος στιγμή για κτ tu tombes pile (poil) au moment de Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|