ακίνητος
(a'cinitos) αρσενικό
ακίνητη
(a'ciniti) θηλυκό
ακίνητο
motionless, still, stationaryسَاكِن, سَاكِنٌnehybnýstille, ubevægeligbewegungslos, regungslosinmóvil, quietoliikkumatoncalme, statiquenepomičanfermo, immobile動かない, 静かな가만히 있는, 움직이지 않는bewegingloos, stilstille, ubevegeligcichy, unieruchomionyimóvelнеподвижныйlugn, orörligไม่มีการเคลื่อนไหว, นิ่งdurgun, hareketsizbất động, yên不动的, 静止的 (a'cinito) ουδέτερο
επίθετο που δε μετακινείται
immobile στέκομαι ακίνητος rester immobile περιουσία από ακίνητα
des biens immobiliers με σταθερή ημερομηνία
une fête fixe Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.