αριθμητική
arithmeticnumériconumériquenumeriekenumériconumerycznenumerisknumeerinenמספריים数値숫자 (ariθmiti'ci)
ουσιαστικό θηλυκό μάθημα μαθηματικών στο δημοτικό
calcul αρσενικό arithmétique θηλυκό Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.