αρχίζω
(ar'çizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα) ξεκινάω
commencer αρχίζω δίαιτα commencer un régime
αρχίζω
anfangen, anfangen mit, beginnenbegin, startcommencerbeginnen, startenيَبْدَأُzačítbegynde, startecomenzar, empezaralkaa, aloittaapočetiiniziare始める...을 시작하다, 시작하다begynne, starterozpocząć, zacząćcomeçarначинатьbörjaเริ่ม, เริ่ม เริ่มทำ เริ่มต้นbaşlamakbắt đầu开始
ρήμα αμετάβατο (ρήμα) 1. είμαι σε φάση που
commencer Αρχίζω να παχαίνω. Je commence à grossir. 2. ξεκινάω se mettre à commencer Άρχισε να τραγουδάει. Il s'est mis à chanter. Λοιπόν, αρχίζω. Alors, je commence.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.