βασιλιάς
مَلِكٌreikrálkongeKönigkingreĝoreyشاهkuningasroiמלךregerajare国王, 王임금, 왕rexkaraliuskoningkongekrólreiregeкорольkráľkraljkungmfalmekralkirályVua国王kraljพระเจ้าแผ่นดินКрал (vasi'ʎas) αρσενικό
ουσιαστικό 1. που διοικεί βασίλειο
roi αρσενικό ο βασιλιάς του Βελγίου le roi de la Belgique 2. που κυριαρχεί σε κπ τομέα
roi ο βασιλιάς της ροκ le roi du rock Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.