εκτρέπω

Μεταφράσεις

εκτρέπω

fordirektidétourner, changerdeflect, switchيَتَـحَوَّلُpřejítskiftewechselncambiarvaihtaanaglo promijeniticambiare変える바꾸다overstappenskifteprzełączyćtrocarпереключатьbytaเปลี่ยนgeçmekchuyển转变 (ek'trepo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αλλάζω πορεία σε κπ ή κτ εκτρέπω ένα όχημα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Copyright © 2003-2025 Farlex, Inc Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.