ζώο
животноanimal, bèstiaanimal, beastanimal, bestialoomeläinanimal, bêteállatbinatang, hewandýranimale, bestia動物동물animalgyvulys, gyvūnasdier, beestzwierzęanimal, bestaживотное, зверьžival, zverdjurhayvanthú vật, động vật動物, 动物حَيَوانzvíředyrTierživotinjadyrสัตว์動物 ('zoo)
ουσιαστικό ουδέτερο κάθε οργανισμός που συναισθάνεται και κινείται
animal αρσενικό τα άγρια ζώα les animaux sauvages Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.