παραπάνω
further, higher, moreplus (para'pano)
επίρρημα 1. περισσότερο de trop Είπες παραπάνω απ' όσα έπρεπε. Tu as trop parlé.
2. πιο πάνω
plus haut Πήγε λίγο παραπάνω. Il est allé un peu plus haut. Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.