πειστικός

Μεταφράσεις

πειστικός

(pisti'kos) αρσενικό

πειστική

(pisti'ci) θηλυκό

πειστικό

crédible, convaincant, persuasifconvincing, conclusive, persuasiveمُقْنِع, مُقْنِعٌpřesvědčivýoverbevisendeüberzeugendconvincente, persuasivovakuuttavauvjerljivconvincente説得力のある설득력 있는overtuigendoverbevisende, overtalendeprzekonującyconvincente, persuasivoубедительныйövertygandeซึ่งโน้มน้าว, ซึ่งชักจูงได้ikna edici, inandırıcıcó sức thuyết phục令人信服的, 善说服的, 令人信服令人信服 (pisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που έχει την ικανότητα να πείθει ένα πειστικό επιχείρημα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Copyright © 2003-2025 Farlex, Inc Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.