πειστικός
(pisti'kos) αρσενικό
πειστική
(pisti'ci) θηλυκό
πειστικό
crédible, convaincant, persuasifconvincing, conclusive, persuasiveمُقْنِع, مُقْنِعٌpřesvědčivýoverbevisendeüberzeugendconvincente, persuasivovakuuttavauvjerljivconvincente説得力のある설득력 있는overtuigendoverbevisende, overtalendeprzekonującyconvincente, persuasivoубедительныйövertygandeซึ่งโน้มน้าว, ซึ่งชักจูงได้ikna edici, inandırıcıcó sức thuyết phục令人信服的, 善说服的, 令人信服令人信服 (pisti'ko) ουδέτερο
επίθετο που έχει την ικανότητα να πείθει
convaincant/-ante ένα πειστικό επιχείρημα un argument convaincant Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.