τέτοιος
('tetços) αρσενικό
τέτοια
('tetça) θηλυκό
τέτοιο
suchكَهَذاtakovýsådan, sådanneso, solcherasí, tal, tansellainensi, teltakavsimile, taleそのような그런zoiets, zulksliktakitalтакойsådanเช่นนั้น, เช่นนี้böylenhư loại đó, như thế này这样的, 那样 ('tetço) ουδέτερο
επίθετο του ίδιου είδους
pareil/-eille tel; telle Υπάρχει τέτοιο πράγμα; Si une telle chose existe ! Πώς έκανες τέτοιο πράγμα; Comment as-tu pu faire une chose pareille ! Θα ήθελα ένα τέτοιο αυτοκίνητο! Je voudrais bien avoir une voiture comme ça ! Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.