τίναγμα
('tinaɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο 1. το να τινάζω κτ
battage αρσενικό το τίναγμα των χαλιών le battage des tapis 2. το να τινάζομαι
secousse θηλυκό ballottement αρσενικό Aισθάνθηκα ένα τίναγμα. J'ai ressenti une secousse. Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.