υγρός
(i'ɣros) αρσενικό
υγρή
(i'ɣri) θηλυκό
υγρό
wet, damp, humid, moist, liquid, wateryhúmedo, líquidohumide, moite, liquidemokry, wilgotnyжидкий, мокрый, влажный, сыройرَطْبٌ, مُبَلّلُ, نَدِيّvlhkýfugtigfeucht, schwülkosteavlažanumido湿った, 湿気のある습기 찬, 축축한vochtigfuktighúmido, úmidofuktigชื้นıslak, nemliẩm ướt潮湿的 (i'ɣro) ουδέτερο
επίθετο 1. για σώμα που δεν είναι στερεό ή αέριο
liquide υγρή σύσταση une consistance liquide 2. που δεν είναι ξηρός
humide υγρό κλίμα un climat humide 3. που έχει απορροφήσει υγρασία moite humide υγρά σεντόνια des draps moites
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.