φιλήσυχος
(fi'lisixos) αρσενικό
φιλήσυχη
(fi'lisiçi) θηλυκό
φιλήσυχο
(fi'lisixo) ουδέτερο
επίθετο νομοταγής, που δεν προκαλεί προβλήματα paisible tranquille φιλήσυχος πολίτης un citoyen paisible
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.