σβηστός

(προωθήθηκε από zβηστό)
Μεταφράσεις

σβηστός

(zvi'stos) αρσενικό

σβηστή

(zvi'sti) θηλυκό

zβηστό

مِطْفَأُzhasnutý, vypnutýslukketdraußen, ausgeschaltetoutapagado, desconectadoulko-éteintugašenesteriore, spento外の꺼진, 꺼져uit, uitgeschakeldytrezewnętrznydesligadoзавершившийсяute, avstängdดับdıştắt外面的, 关闭關閉 (svi'sto) ουδέτερο
επίθετο
σβησμένος σβηστά φώτα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close