αισθηματικά

Μεταφράσεις

αισθηματικά

sentimentalement (esθimati'ka)
ουσιαστικό ουδέτερο πληθυντικός
οι ερωτικές σχέσεις Την απασχολούν πολύ τα αισθηματικά της.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Αισθηματικά 
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close