διψάω

Μεταφράσεις

διψάω

(ði'psao)

διψώ

(ði'pso)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
έχω ανάγκη να πιω νερό ή κτ άλλο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Διψάω 
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close