άγαρμπος

Μεταφράσεις

άγαρμπος

('aɣarbos) αρσενικό

άγαρμπη

('aɣarbi) θηλυκό

άγαρμπο

awkward, clumsymaladroit ('aɣarbo) ουδέτερο
επίθετο
1. αδέξιος, άχαρος άγαρμπη κίνηση
2. άχαρος άχαρη ηλικία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close