άλσος

Μεταφράσεις

άλσος

bois, forêtforest, groveGroveGroveGroveрощаGroveGrove格罗夫格羅夫GroveGroveGrove ('alsos)
ουσιαστικό ουδέτερο
μικρό πάρκο με πολλά δέντρα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close