άμαχος

(προωθήθηκε από άμαχο)
Μεταφράσεις

άμαχος

(a'maxos) αρσενικό

άμαχη

('amaçi) θηλυκό

άμαχο

civiliancivilcivilمدني平民平民civilnícivilesiviili民間人민간civil ('amaxo) ουδέτερο
επίθετο
που δε συμμετέχει σε μάχες σε πολεμική περίοδο o άμαχος πληθυσμός
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close