άνετος

(προωθήθηκε από άνετη)
Μεταφράσεις

άνετος

('anetos) αρσενικό

άνετη

('aneti) θηλυκό

άνετο

gemütlich, bequemcomfortable, cozy, easy-going, easyconfortableمُرِيحpohodlnýkomfortabelcómodomukavaudobancomodo快適な쾌적한comfortabelbehageligwygodnyconfortávelудобныйbekvämสะดวกสบายrahatthoải mái舒适的 ('aneto) ουδέτερο
επίθετο
1. εύκολος, χωρίς κόπο άνετη νίκη
2. αναπαυτικός, ευρύχωρος άνετο κάθισμα άνετο αυτοκίνητο
3. φυσικός άνετες κινήσεις
4. ξένοιαστος, χωρίς προβλήματα άνετη ζωή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close