άτομο

Μεταφράσεις

άτομο

atom, person, individualatome, personneátomo, pessoaذَرَّة, شَخْصٌatom, člověkatom, personAtom, Personpersona, átomoatomi, henkilöatom, osobaatomo, persona人, 原子사람, 원자atoom, persoonatom, personatom, osobaатом, человекatom, personบุคคล, อะตอมatom, kişingười, nguyên tử, 原子лицеאדם ('atomo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. πρόσωπο περίεργο άτομο
ο καθένας ξεχωριστά
2. φυσική ελάχιστη μονάδα ύλης
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close