άφλεκτος

Μεταφράσεις

άφλεκτος

('aflektos)

άφλεκτη

('aflekti)

άφλεκτο

ininflammable ('aflekto)
επίθετο
που δεν πιάνει φωτιά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close